Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2025

ΤΟΤΕ, ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΑΙΩΝΑ (13)


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ
ΣΠΑΣΜΕΝΟΣ ΚΑΒΟΣ




Πάνω στην ανεμόσκαλα


Κατέβαζε πάγους και παγάκια
ο Χάντσον Ρίβερ*, ενώ σκαφάκια,                       *ποταμός
μηχανοκίνητα και ιστιοφόρα,
δίπλα περνούσαν όλη την ώρα.

Οι "ματσωμένοι" Αμερικάνοι
βγήκανε πρωινό σεργιάνι,
με τα χλιδάτα κότερα
και τις γοργές ακάτους
κι εμείς οι κακομοίρηδες
δεν είχαμ' ούτε"αποπάτους".

Άχρηστες οι αποχετεύσεις
πώς να πλυθείς, να χ@@@ς
που λόγω παγετού
φρακάρανε τα μπούνια*;                               *τρύπα που φεύγουν τα νερά,

Είχαμε κι έναν "μανιαμούνια"*                     *καρμίρης,
καπτάνιο* που τσιγκουνευόταν,                   *καπετάνιος
και βυτιοφόρο δεν θαρχόταν... 
παρότι και το νερό σωνόταν.

Αρχίσαμε είπαν τα παλιά
μ' αυτό τον παλιοκερατά,
με τη γνωστή του τσιγουνιά
ψείρες θα βγάλουμε παιδιά,
θάμαστε άπλυτοι καιρό,
νεράκι θα πούμε το νερό...

Για να πλυθώ καμιά φορά
πρέπει να φεύγουν τα νερά,
και θάπρεπε να ξεβουλώσω
το μπούνι με να το ξεπαγώσω..

Δεν χάνω λοιπόν καιρό
και στο επόμενο λεπτό
σαν ακροβάτης θα κρεμαστώ,
στο τσάκα... πήγα να πνιγώ,

Μα για τη βλακεία μου αυτή,
όλα ας τα πω απ' την αρχή...

Την ανεμόσκαλα αρπάζω,
στη μπάντα την κατεβάζω,
και καλουμάρω* ο κόπανος                            *κατεβάζω
να φτάσει έως την "τρύπα"..

Απέξω απ' το καράβι βγήκα,
και σφίγγοντας τη σωλήνα,
κατέβαινα  βήμα το βήμα...
μα έλιωνε μόνο η βιτρίνα,
θάταν δε θάταν 20 πόντοι,
80 από του πάγου τον πυρήνα.

Τα χέρια μου κοκκαλιασμένα,
τι μούλαχε του μ@@@@ εμένα
μονολογούσα, άγρια φάση,
πώς νόμισα πώς θα μου κάτσει;

Σε μένα είπα άντε παράτα
την επιχείρηση, ήταν πατάτα,
από την κούραση ήμουν πτώμα,
θα τάφτυνα αν βάσταγε ακόμα
γιατί ήμουν στην ανεμόσκαλα,
τα πόδια μου θα λέγανε πονόσκαλα,
και βαστιόμουν με τόνα χέρι
που ήταν απ' ώρα κουρασμένο
μουδιασμένο και καταξυλιασμένο.

Ξάφνου κατάλαβα πως δεν αντέχω,
και πως στη θάλασσα θα πέσω...
Κοιτάζω κάτω......απελπισία,
παγάκι θα γίνω, με τη μία !!

Κοιτάζω έντρομος και πάνω,
βλέπω τον Κάρλος τον Ονδουριάνο,
τον ναύτη, που ανοιγόκλεινε το νερό,
και χάζευε κότερο περαστικό..

Αγκιούδα* βοήθεια, φωνάζω με πανικό,               *Ayuda
ντερσπερτάρ* ξύπνα "μαλ@@@",                          *
despertar   
(διεθνής η λέξη, δεν κάνω πλάκα)...

Εσπέρα*, δηλαδή περίμενε,                                       *espera
μου λέει πανικόβλητος και αυτός,
βάζει στο άλλο πλήρωμα φωνές,
πλακώσαν όλοι, ένας χαμός..


Άτα λα κουέρδα εν του θιντούρα                               *ata la cuerda en tu cintura
δέσε το σκοινί στη μέση σου,
(τα Ισπανικά τα έβαλα για φιγούρα)
μου φώναξαν να με τραβήξουν,
και με κορόιδευαν ψιθυριστά,
στα Ισπανικά να μη με θίξουν....

Το τελευταίο απ' τον Αλφόνσο
το έμαθα μέρες πολλές μετά,
τον φίλο μου τον Κολομβιανό
από την πολύχρωμη Μπογκοτά,
που όχι μόνο τους κατάκλεβε
στο μπαρμπούτι και στα χαρτιά,
μα και που ρουφιάνευε,
τους Λατίνους όλους κανονικά....

Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2025

ΤΟΤΕ, ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΑΙΩΝΑ (12)



ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ

ΣΠΑΣΜΕΝΟΣ ΚΑΒΟΣ







Οι μισθοί των απόντων 



Στον Περσικό τον κόλπο
ο άμοιρος γυρίζω πάλι,
ίδια η ζέστη αφόρητη,
σουρνόμαστε, ένα χάλι.

Το σύμπαν γύρω καίγεται,
η λαμαρίνα πυρωμένη,
γκαζόβρομα στις μύτες μας,
τοξικο-δηλητηριασμένη.

Στη βάρδια τα 'χα φτύσει.
μες το λιοπύρι πά στη βράση,
στις δώδεκα είχα αρχίσει,
τα πάντα ήδη είχαν ανάψει,
ξάπλα δε ήταν εμπρός μου
με τις αισθήσεις να 'χει χάσει
ο σκάπουλος της βάρδιας
ο Ίων Ζούρας, ο βοηθός μου.

Καθόλου ασυνήθιστο
κάποιος ενίοτε να πέφτει,
πενήντα φίλε μου βαθμοί
Κελσίου και πώς ν' αντέχει
να κάνει και δουλειά τριών ! ?

Ήταν στο πλοίο "Ελικών"
κι αλήθεια, ήμασταν λίγοι
γιατί δυό τρεις μισθούς
καθένας μας τους ''πνίγει'',
δηλαδή δυό τρεις μισθούς
καθένας μας τσεπώνει,
άλλως, την κάθε πρώτη,
τ' αντερά του ενθυλακώνει.

Εμφανής η ελλιπής
του πλοίου η σύνθεση
έβγαζε μάτι δηλαδή
εκείνη η αντίθεση 
απ' ότι λέει καθαρά,
του ναυτικού δικαίου ο νόμος.

Πλήρωμα κάπου μισό,
ναι.... όντως παρανόμως,
έμοιαζε έτσι η δουλειά 
σαν σε μεσαιωνική γαλέρα.

Στο θέμα των απόντων
θυμάμαι καυγά μιά μέρα...
Δεν θα δουλεύουμε
(ωρύετο ο καπτα Μήτσος)
σαν είλωτες ρε δω μέσα
ούτε στο βρόντο, μα ίσως
με τις φωνές να εξασφαλίσει
όλο του εφοπλιστή το μίσος,
παρ' όλα αυτά και άλλα,
αποφασίζει να τον βρίσει :
σίγουρος πως θα τον απολύσει...
Είσαι γνωστός'' του είχε πει
σαν μέγιστος ''μ@@κας
και λωποδύτης, και ληστής,
και το ρεντίκολο της πιάτσας'' !!

Κ
ινάμε πάλι απ' το Καράκας,
με πλήρωμα προκλητικά ελλιπές
τραβάμε για το Πορτοχέρο
στου Ρίο Ορινόκο τις εκβολές.

Λόγω της ελλιπούς μας σύνθεσης
στο τσάκα θάχαμε νεκρό τον πρώτο,
ενώ φορτώναμε βρομόλαδο
όπως σε κάθε άλλο πόρτο.

Βγάζουνε στη κουβέρτα
πλήρωμα... όχι αστεία,
κάπου γύρω στους δέκα
στη φόρτωση, στα ξένα πλοία,
κι εμείς μονάχα δυό νομάτοι,
πού να πρωτοβρούμε άκρη,
πού κάποιος να πρωτοκοιτάξει,
τον έλεγχο μπορεί να χάσει,

Αν πλώρα εσύ μετράς,
ίσως...υπερχειλίσει η μέση
και θα συντριβανιάσει
λαχείο θα σου πέσει,
μαύρο, λερό και βρωμερό,
το ακατέργαστο πετρέλαιο
θα φτάνει ως τον ουρανό,
θα βρίζουν σένα κατά κόρον,
"Διά ρύπανσιν είς τόν χώρον",

Πρόστιμα, άγχος, φυλακίσεις,
ποινές και για σύνθεση ελλιπή
σαν καπετάνιος θα γνωρίσεις...
τη σύνθεση μαϊμού στο πλοίο.

Όμως την πρώτη του μηνός,
σαν κάνεις το ταμείο,
βλέπεις σαν θησαυρός
να μοιάζει ο τεράστιος
του κίνδυνου ο μισθός,
με την διπλή την αμοιβή,
και κατά περίπτωση
μπορεί ακόμα και τριπλή....

Τώρα αν έχεις κότσια
και για τα κοντραμπάντα,
εδώ δεν σου λέω τίποτα,
η φτώχια, κάνει στη μπάντα!

Τον Πάνο τον παλιό μου φίλο,
που δούλευε ναύτης αλλού
πάνω από χρόνο αυτός με ζήλο
στο Λίμπερτυ ''ΣΟΛΑΡΙΣ'',
συνάντησα στη ραφιναρία...

Δούλευε μούπε σαν χαμάλης,
κι έπαιρνε λεφτά της πλάκας
σαν είδε που πήρα τη μισθοδοσία.
αισθάνομαι μούπε μ@@@@ς.

Την είδε γιατί ήταν σε μαύρα,
και βγαίναμε έξω στη καντίνα
που άνθρωπος της εταιρίας
ερχόταν από την Αθήνα,
ποτέ δεν κάναν πληρωμές
μέσα στο ίδιο το καράβι
θάχανε κακοξεμπερδέματα,
δεν έπρεπε ουδείς να καταλάβει..

Έτσι ο Πάνος ο έρμος
σαν είδε τη σακούλα,
που του την άνοιξα,
πολύ κρυφά, στη ζούλα,
είπε "σαν νάκανες ληστεία,
και κουβαλάς εσύ τη λεία,
καθώς δολάρια ήταν γεμάτη...

Του γύρισε θάλεγα το μάτι,
και κατα-ζήλεψε ο φουκαράς
που είδε κι έτρεχε ο παράς.

Μην τα κοιτάς του είπα αυτά,
είμαι ως το λαιμό στη λαμογιά,
στα κοντραμπάντα, στα σκ@@ά,
δεν θάθελες να είσαι....
ρε Πάνο σαν και μένα...

Δεν πίστεψε ούτε ένα
από αυτά που είπα,
κι έφυγε για την 'τρύπα'...
του Λίμπερτυ* τη καμπίνα.                 *πλοία από το Β' Παγκόσμιο πόλεμο

Τα μάτια του θυμάμαι εκείνα,
στου πυρετού την απληστία,
να με κοιτάν με δυσπιστία.
άστα αυτά, να λέει, μαφία..."
πριν φύγει χολιασμένος.

Ένιωθα σκοτισμένος
και αποκαμωμένος..
σαν βγήκα λίγο 'πα στο ντόκο.*           *προβλήτα
από τη κούραση... με κόπο
και μόνα τους τα βήματα
με πήγανε σε κτίσματα,
αποθηκο-παραπήγματα,
και χάζευα εξεταστικά
μια πόρτα, σ' ένα απ' αυτά.

Επάνω στην προβλήτα σπίτι ?
που βρέθηκε είπα ? βρε τί τύχη !!

Μια ζωγραφιά το σπίτι αυτό
μου φάνηκε, και στον καιρό
πούμουν μικρός με πήγε πίσω...

Όρκο 'κει πήρα σαν γυρίσω,
να πάω να τ' αναζητήσω,
στη γειτονιά μου την παλιά...
που στα μαρμάρινα σκαλιά
καθόμουνα με τη "μαμά"
και για να φάω το φαΐ μου,
ώρες καθότανε μαζί μου.....

Τον όρκο μου τον κράτησα
όταν Ελλάδα και πάλι πάτησα.
ήταν το δυό χιλιάδες έξη,
μόλις δυό μήνες πριν να πέσει
από μπουλντόζες το καημένο,
να γίνει αυτό κλουβί μοντέρνο,
μες στον αιώνα τον "ινφέρνο"
τον εικοστό αλίμονο τον πρώτο..

Κατεδαφίστηκε με κρότο,
λες και αποχαιρέτα
λες με λυπημένη ηχώ,
τον κόσμο μας όλο τον παλιό...





Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2025

ΤΟΤΕ, ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΑΙΩΝΑ (11)


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ
ΣΠΑΣΜΕΝΟΣ ΚΑΒΟΣ



Τα φίλτρα

"...τῇ υπαιτιότητι" του πλοίου η καθυστέρηση φορτίου''


Στην περίπου τριγωνική
στο χάρτη, Νότια Αμερική,
καθένας μπορεί να δει
τη δεξιά πάνω γωνία
που ανοικτά περνάνε πλοία,
και στη δικιά μας ιστορία
ταξίδι με τη φαντασία
μπορεί να κάνει να βρεθεί,
μαζί σιμά σε κείνη την ακτή.

Απέχαμε μίλια εκατό,
κι ενώ 'χαμε καλό καιρό,
ακούμε τον μηχανικό
να λέει"μάγκες "ως εδώ,
γιατί τα έφτυσε η μηχανή".

Τι λες μ@@@κα Ημιθανή*?»                       *παρατσούκλι
του μπήξανε όλοι φωνή,
τα ρεύματα είναι δυνατά
θα μας πετάξουν στη στεριά,
έχουμε σπίτια και παιδιά.»

Την κάτσαμε για τα καλά,
ο καπτα Μήτσος μουρμουρά
ζητώ βοήθεια για ρυμουλκό,
σε μια βδομάδα θάν' εδώ.

Χ@στηκαν πιο πολύ μ’ αυτό.
χαθήκαμε είπαν αφεντικό,
είσαστε κότες λέει στο σωρό,
τι να σας κάνω τώρα εγώ;
τον άσχετο το μηχανικό,
να πα' να βρίσετε γι αυτό.»

Απ' τα γραφεία απαντάν,
στέλνουμε το ρυμουλκό "Σεράν"
απ' το Νιού Τζέρσεϋ στο πλοίο,
μέχρι ναρθεί.. θα πούμε αντίο»,
λέει ο Μπόμαν* ο κλαψιάρης....                    *Pumpman - Αντλιωρός

Ρε άντε ούλατζες* να πάρεις                         *Ullages - μέτρημα στάθμης του φορτίου
και να μετρήσεις και τα γράδα,*                  *Grades - βαθμοί
θερμοκρασία* πέφτει αράδα»,                     *του φορτίου πετρελαίου
του λέει ο γραμματικός*                                 *υποπλοίαρχος
μες στη τσαντίλα και αυτός.

Σε κάνα δύο όμως μέρες
περάσαμε πάνω από ξέρες,
όπως μας έσπρωχνε το κύμα.
ο καπτα Μήτσος είπε «φίνα»
ενώ φουντάριζε την άγκυρά του,
και ξαναβρήκε τη μιλιά του
το πλήρωμα κάνοντας πάρτυ...
μόνο κυκλώνας, λέν' αν θάρθει
θα την π@@@@με πιά τώρα.

Πέρασε η πρώτη μπόρα,
παρακαλώντας για νηνεμία...

Τότε ο Μπαρμπαλιάς από Ικαρία
που χρόνια αυτός ψαράς υπήρξε
μας λέει «ρε σεις, μα για καθίστε,
(μιλώ για τον λοστρόμο Τάσο )
ρε, παραλίγο να ξεχάσω,
στη τράτα μούτυχε έτσι, τέτοιο.

Μία και δυό πάει στον υπαίτιο
μηχανικό, που δεν σκαμπάζει,
στη μηχανή* τον κατεβάζει                          *στο μηχανοστάσιο
και ρίχνει μια ματιά στο φίλτρο,
πλύντο του λέει ρε Καραμήτρο !!

Σε μία ώρα ξεκινάμε
στη Νέα Υόρκη για να πάμε.
το ρυμουλκό πίσω γυρνάμε,
αχρείαστο, όλοι λένε, νάναι.

Τι κάνει ένα κωλοφίλτρο
ακούω τον μαρκόνη Μήτρο,
νοκ-άουτ όλοι οι μορφωμένοι
καραβομηχανικοί, ταπεινωμένοι.

Η καθυστέρηση όμως αυτή
στο πλοίο θα κόστιζε πολύ
κι άκου πως θα το χειριστεί
η λαμογιάρα εταιρία "Ακτή"..

Γραμμένο στο συμβόλαιο
ήταν, πως το πετρέλαιο όλο
για να κινούνται οι μηχανές
θα τόβαζαν οι ναυλωτές,
και ο πορτ-κάπτεν ο Κορτές
ο βρώμικος Ονδουριάνος
τι σκέφτηκε ο ρουφιάνος ;

Λαμόγιο ο τύπος απ' τα δέκα,
είπε σε όλους κάντε "τουμπέκα"
τόνισε δε στον "Ημιθανή",
τίποτα για το συμβάν μην πει...

Βρίζει χυδαία τους ναυλωτές
σαν ήρθανε πως φταίγαν για πολλές
ζημιές πού γίναν στο καράβι,
διότι είχε παραλάβει
καύσιμα πούταν νοθευμένα,
ξαφνιάζοντας μαζί με μένα
κι όλους που απορημένοι
βλέπαμε που το πηγαίνει,
και κερατάδες, και ζημιωμένοι
να βγούνε οι αποσβολωμένοι
με τα κεφάλια κάτω ναυλωτές..

Ο απατεώνας ο Κορτές....
συγκεκριμένα είχε πει,
πως είχε ακινητοποιηθεί
στα πέλαγα η μηχανή,
κι είναι αστείες ιστορίες,
αιτήματα για υπερημερίες,
τῇ υπαιτιότητι του πλοίου"
η καθυστέρηση φορτίου,
δεν πιάνουνε σε μας εδώ,
το γράφει στο συμφωνητικό
πως καύσιμα εσύ μας δίνεις,
κι όλο το μέρος της ευθύνης,
είναι δικό σου αν είναι σκάρτα,
πάει η μηχανή τα κάνατε σαλάτα,
γυρνάει και προς τον ''Ημιθανή'',
που κοίταζε σαν... αγελάδα,
βλέμμα του ρίχνει μ' αγριάδα !

Χρόνια περάσανε πολλά
ήμουνα σπίτι στη στεριά
όταν τεχνίτη άνοιξα τη θύρα
να φτιάξει τον απορροφητήρα
σφύραε λες κι 'θελε σιγαστήρα,
ρούφαγε τζούφια, αγκομαχούσε
σαν τραίνο που δεν τραβούσε...

Τον μάστορα έστειλε η εταιρεία,
κι ο τύπος μούπε με πονηρία
τάφαγε τα ψωμιά του, έχει χαλάσει,
και ν' ασημώσω να τον αλλάξει."

Τον σιχτιρίζω ευγενικά,
γιατί μού ήρθε μια φλασιά,
λέω, είμαι ηλίθιος τελικά ?
το φ ί λ τ ρ ο έφταιγε παιδιά !!
το άλλαξα δεν σφύριξε ξανά,
τα αντερά του αυτός* τραβά
είκοσι χρόνια…….. τώρα πια... !

____________________________________

Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025

ΤΟΤΕ, ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΑΙΩΝΑ (10)

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ
ΣΠΑΣΜΕΝΟΣ ΚΑΒΟΣ



Στον "ξένο" πόλεμο (1967)

Τ
ελείωσε προ ολίγων ωρών
ο πόλεμος των ''έξη ημερών''
μετέδειδε το τρανζιστοράκι,
π' αγόρασα στο Ναγκασάκι..

Ήμουν στου ηλεκτρικού βαγόνι
και άκουγα... να μην μ' αγχώνει
το νοίκι, τα υπόλοιπα τα χρέη,
και το εξώδικο απ' τη Φιλοθέη,
που μούστειλε ένας τοκογλύφος.

Γόρδιος δεσμός, άλυτος γρίφος !!
κι η λύση ?? πάλι το βαπόρι...

Έτσι απ' το πρωί έβαλα πλώρη,
να πά να βρώ καμιά δουλειά,
στη πιάτσα κάτω στον Πειραιά,
κεί, που κολλάνε τα χαρτιά,
με τα “ζητούνται και λοιπά”,
όταν γουστάρουν αφεντικά
να βρούνε ναύτες για δουλειά,
κι οι ναυτικοί που ψάχνουνε
γκαζάδικα για φορτηγά,
τζενεραλάδικα για βουβά,
και ότι λάχει, άμα λάχει,
η Ακτή Μιαούλη όλα τάχει,
και Νοταρά, ''Σίτυ κινδύνου'',
τροφός του ''Σίτυ του Λονδίνου''!

Τόπος συνάντησης ο Πειραιάς,
η μάνα ας πούμε της "ναυτουργιάς".
που σαν περπατάμε προκυμαία,
γνωστή-παραγνωστή  κάθε παρέα,
όλοι τους αγχωμένοι ναυτικοί,
ξέμπαρκοι πριν μήνουν νηστικοί
ψάχνουν καράβι νάναι κάπως ''καλό'',
και εννοούν βεβαίως καλό μισθό,
κανείς τους δεν ρωτάει πόσο παλιό,
άν έφαγε τα ψωμιά του και τον βυθό
φλερτάρει επίμονα από πολύ καιρό
και πάνε σαν να είναι υπνωτισμένοι,
φτάνει πως θα γυρίσουν "δουλεμένοι",
γιατί πάντοτε φεύγουν καταχρεωμένοι..

Μεγάλη διαδρομή Πειραιάς-Αθήνα,
φτάνω..πέφτω επάνω στον Ντουζίνα,
έε που αλλού ?? και βέβαια στη Νοταρά,
είσαι μου λέει συνωμοτικοψιθυριστά,
παρέα νάρθεις μαζί μου στον γκαζά,
χέ@τα ρε μα@@@@α τα φορτηγά,
τώρα πια κάτω κάνανε μισοειρήνη
και για Ισραήλ να πάμε δίνει
σακούλα με δολάρια τίγκα
το πρακτορείο του Δαλαβίγκα'',
(ατζέντες ξένης εταιρείας,
ξέρεις, σημαίες υπερευκαιρίας,
που δαύτες πειρατικές τις λέμε,
κείθε ενίοτε και κάποιους κλαίμε).

Είδαμε ένα τσούρμο, μία φουρνιά
με χαβαλέ από μπροστά μας να περνά,
πως πάγαινε λέγανε να καταγραφεί
μπας και τους πάρουνε για 'κει.

Ακούω να λέει τον μαστρο-Θωμά,
που στέκονταν εκεί σιμά ,
κάποιοι ποτέ δεν θα γυρίσουν,
τα λόγια του, σιγά μη μ'  εμποδίσουν"...

Τους φόβους μου πίεζα να μ' αφήσουν,
περνώντας την πύλη με τον Ντουζίνα
στο Χασάνι τ' αεροδρόμιο στην Αθήνα,
απίστευτο, μαζί και ο μαστρο-Θωμάς
όλοι μαζί μπουλούκι για το "Μαδράς",
έτσι το λέγαν της εταιρείας το καράβι.
που τόχαμε σε κάτι ώρες παραλάβει
στο Εϊλάτ του Ισραήλ, τέρμα κάτω στο Νότο,
στων αντιπάλων δίπλα την Άκαμπα γαμώτο...

Τα εμπορικά λιμάνια αυτά,
το ένα στ' άλλο είν' κοντά,
και μοιάζουν τόσο ειρηνικά,
που δεν σου πάει το μυαλό
πως δίπλα έχεις τον εχθρό.
μα τα φαινόμενα απατούν.

Με το που μπήκαμε ο Ρακούν
(ψευδώνυμο του κοκκινοτρίχη)
μας λέει......εμείς είχαμε τύχη
και φεύγουμε σώοι κι αβλαβείς...

Τι εννοώ... σύντομα θα το δεις...'',
είπε κι αρπάζει μια βαλίτσα,
ενώ μαϊμού μία σταλίτσα
στον ώμο του είχε γαντζωθεί,
μην την αφήσει μοναχή.

Αυτό που ο Ρακούν εννοούσε
στα αυτιά μου ήδη αντηχούσε,
από την περσινή χρονιά,
που κάπου στο Σουέζ σιμά,
ήμουνα με το βαπόρι Eatus (Ίτες),
φρουρούς εκεί δεν είχαν δύτες
απλώς πετάγαν δυναμίτες,
στο κάθε τόσο απ' το 
καράβι,
ο υποψήφιος σαμποτέρ να καταλάβει
μπόμπα δεν σήκωνε να βάλει
στα ύφαλα, δηλαδή κίνηση "ματ", 
μα φέτος που ήρθα στο Ειλάτ,
φρουρούς, το πλοίο είχε δύτες,
βατραχάνθωπους που σαν κομήτες
βουτούσαν και ξαναβουτούσαν, 
για σαμποτάζ και δαύτοι αγωνιούσαν,
και ελέγχανε τα ύφαλα,
μη γίνουμ' όλοι θρύψαλα..

Μια μπόμπα να κολλήσουνε
όλα θα τα διαλύσουνε... !
ανελλιπώς μιά διμοιρία
με πολυβόλα...όλα τα πλοία
συνόδευε για να φορτώσουν
στην Ερυθρά κι όταν κοιμόσουν
μιράζ συνέχεια σε ξυπνούσαν,
που πάνω χαμηλοπετούσαν
και το καράβι μας φρουρούσαν...

Απ' τις βουτιές, όταν οι δύτες ανεβούν
με τους γραικούς πολύ απορούν,
μεσ' απ' τα δόντια τους μιλούν,
για δες ρε συ κάτι μ@@@κες,
είν' τυχοδιώκτες γιά είν' βλάκες
που ήρθαν μες του πολέμου τη φωτιά
ρε τι σου κάνουνε φίλε μου τα λεφτά !




*Πόλεμος των Έξι Ημερών, γνωστός και ως Αραβοϊσραηλινός Πόλεμος του 1967 ή Τρίτος Αραβοϊσραηλινός Πόλεμος, ξέσπασε μεταξύ του Ισραήλ και των Αράβων γειτόνων του, την Αίγυπτο, την Ιορδανία και την Συρία. Το Ιράκ, η Σαουδική Αραβία, το Κουβέιτ και η Αλγερία συνεισέφεραν με άντρες και οπλισμό στις Αραβικές δυνάμεις.
Στις 5 Ιουνίου στις 07:45 ώρα Ισραήλ, ήχησαν οι σειρήνες της πολιτικής άμυνας σ’ όλο το Ισραήλ, και ταυτόχρονα η Ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία εξαπέλυσε την Επιχείρηση Moked (Εστία). Εκτός από 12 αεριωθούμενα, τα υπόλοιπα 188 της Ισραηλινής αεροπορίας έφυγαν από το Ισραηλινό FIR σε μια μαζική επίθεση στα αεροδρόμια της Αιγύπτου.
Τα Ισραηλινά αεροπλάνα κατευθύνονταν πάνω από την Μεσόγειο πριν να γυρίσουν προς την Αίγυπτο.
Οι Ισραηλινοί πιλότοι ήρθαν κάτω από την μύτη της Αιγυπτιακής κάλυψης ραντάρ και πολύ πιο κάτω από το χαμηλότερο σημείο στο οποίο οι πύραυλοι εδάφους-αέρος SA-2 μπορούσαν να καταρρίψουν αεροσκάφος. Οι Ισραηλινοί ανέπτυξαν μια μεικτή επιθετική στρατηγική: με βομβαρδισμούς και πολυβολισμούς εναντίον των εχθρικών αεροπλάνων, και με βόμβες διείσδυσης στην άσφαλτο των διαδρόμων των αεροδρομίων, ώστε να μην μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Το αποτέλεσμα ήταν πως όσα αεροπλάνα δεν υπέστησαν ζημιές, δεν μπορούσαν ν’ απογειωθούν και έτσι έγιναν στόχοι για τα επόμενα κύματα της Ισραηλινής επίθεσης.
Η επίθεση ήταν πιο επιτυχημένη ακόμα και από τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις των Ισραηλινών. Οι Αιγύπτιοι αιφνιδιάστηκαν απόλυτα, με αποτέλεσμα να καταστραφεί ουσιαστικά ολόκληρη η Αιγυπτιακή Πολεμική Αεροπορία χωρίς καν να προλάβει να απογειωθεί. Πάνω από 300 Αιγυπτιακά αεροσκάφη καταστράφηκαν.
Η επίθεση έδωσε στο Ισραήλ αεροπορική ανωτερότητα για το υπόλοιπο του πολέμου. Πριν τον πόλεμο, οι Ισραηλινοί πιλότοι και τα επίγεια πληρώματα είχαν εκπαιδευτεί εντατικά στον άμεσο ανεφοδιασμό αεροσκάφους που επιστρέφει από εξόρμηση, επιτρέποντας σε ένα μόνο αεροσκάφος να πετάει τέσσερις φορές την μέρα (σε αντίθεση με τον μέσο όρο των Αραβικών αεροπορικών δυνάμεων με δύο εξορμήσεις την μέρα). Αυτό επέτρεψε στην Ισραηλινή αεροπορία να στείλει πολλά επιθετικά κύματα εναντίον των Αιγυπτιακών αεροδρομίων την πρώτη μέρα του πολέμου, συντρίβοντας την Αιγυπτιακή Πολεμική Αεροπορία. Αυτό επίσης συνέβαλε στην πίστη των Αράβων πως η Ισραηλινή αεροπορία είχε την βοήθεια ξένων αεροπορικών δυνάμεων. Οι Αραβικές αεροπορικές δυνάμεις βοηθήθηκαν από πιλότους της Πακιστανικής Πολεμικής Αεροπορίας, όπως και με κάποια αεροσκάφη από την Λιβύη, την Αλγερία, το Μαρόκο, το Κουβέιτ και την Σαουδική Αραβία για ν’ αντισταθμίσουν τις μαζικές απώλειες που δέχτηκαν την πρώτη μέρα του πολέμου.
Μετά την επιτυχία της πρώτων επιθετικών κυμάτων εναντίον των κυρίων Αιγυπτιακών αεροδρομίων και των επακόλουθων επιδρομών, η Ιορδανική, Συριακή και Ιρακινή πολεμική αεροπορία επιτέθηκαν στο Ισραήλ. Το Ισραήλ απάντησε κι εκείνο με δεύτερο γύρο αεροπορικών επιθέσεων στα Αιγυπτιακά, Ιορδανικά και Συριακά αεροδρόμια... 

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2025

ΤΟΤΕ, ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΑΙΩΝΑ (9)

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ
ΣΠΑΣΜΕΝΟΣ ΚΑΒΟΣ



Οι Βάρδουλες

Περίεργα γελούσε, γιατί 
κανείς δεν είχε καταλάβει
τι έλεγε ο ηλεκτρολόγος,
τι βούλιαξε το καράβι...''

Τα πούπαθε ο πρωτόμπαρκος
διαβατηριούχος εξιστορούσε,
κι ότι δεν είχε ναυτικού φυλλάδιο,
φαινόταν πως τον στενοχωρούσε.

Στου καραβιού τον πάτο
ήμουνα είπε εκεί κάτω,
και θα σας πω... μιά βάνα*                                 *στρόφιγγα
πως άλλαξε όλων τα πλάνα...

Μιά μέρα ο Α΄μηχανικός
με διαταγή του στον πυθμένα,
μια βάρδουλα* για να κλείσω                            *στρόφιγγα (σαν βρύση ας πούμε)
με βρήκε βολικό κι έστειλε εμένα,
την περιέλιξη πούκανα ν' αφήσω,
λέγοντας  δεν είναι δαύτο βιαστικό,
τσακίσου που όλο είσαι αρακτός
φτιάνεις μετά το μοτόρι αυτό.

Γλυστράω στη γραδελάδα
και δάχτυλα θα τραυματίσω
τα αίματα, πάω να σκουπίσω...
μα μέχρι αυτά να τα φροντίσω
από τον πόνο ξέχασα τη διαταγή...

Όλη η θάλασσα μέσα θα μπει
απ' τη βάρδουλα πούμεινε ανοικτή
και σούμπιτο το καράβι θα βρεθεί
σαν τον κινηματογραφικό Τιτανικό
αραγμένο, καθισμένο στο βυθό...''

Απίστευτο ; τότε να τα πω
απ' την αρχή λοιπόν,
μη ξέροντας για αυτό το λάθος,
ο Ινδονήσιος ο Σιμόν
βρισκόταν αμέριμνος στο βάθος
παρέα αυτός και Στόκολο,*                                *λεβητοστάσιο
δουλειές εκεί είχε να κάνει..

Έκπληκτος κάπου  εκεί
νερό βλέπει τον φτάνει,
τα πόδια του ήδη βρέχει,
κατουριεται πάνω του
κι αρχίζει αυτός να τρέχει
ουρλιάζει πνιγόμαστε,
χρειάζομαι νάρθει κι’ άλλος",
ήθελε κάποιον να βοηθήσει
ο κίνδυνος ήταν μεγάλος,
τη βάνα δεν μπόραγε να κλείσει,
είναι πολύ σφιχτή η γ@@@@νη...
ακούνητη μες τη σκουριά της
ξεφώνιζε, είν' κολλημένη.

Ο ένοχος πούμουνα εγώ
πήρα χαμπάρι στο λεπτό
καταχεσ@@@νος
τρέχω ...... τον βοηθώ...

Μιά βόλτα μοναχά την πάμε
κι ας ζοριζόμαστε κι οι δύο,
σνέλ*(γρήγορα στα γερμανικά)                          
ωρύεται, ''πάει το πλοίο''
ο Ελβετός ο καμαρώτος.

Το πλοίο άρχισε να γέρνει
χαμπάρι παίρνει και ο Πρώτος*.                               *μηχανικός
η στάθμη δώστου ν' ανεβαίνει
μπουργκάνα* το νερό να μπαίνει                               *ναυτ. Μεγάλη εισροή

Από ψηλά φωνάζαν "Άντε, αργείτε...."
το πολεμάμε, απαντάμε, "ά γ@@ήτε''
τα χέρια μας πιαστήκαν,
θέλουμε χρόνο αρκετό...

Η θάλασσα, μας έφτασε,
μα όταν πήγε ως το λαιμό,
το νερό μας έσκιασε,
και πανικός μας έπιασε...

Έντρομοι τα παρατάμε
από το φόβο κατουρημένοι,
συνέχεια το νερό ανεβαίνει,
σερνόμαστε μισοπνιγμένοι...
στις σκάλες μπας προλάβουμε
τελείως πριν μπατάρουμε
στις βάρκες να σαλτάρουμε.

Το βούλιαγμα σταμάτησε
το πλοίο στον πάτο κάθισε
κι έφτασε ως το κατάστρωμα
η στάθμη... και τ’ ανάθεμα
είχε ήδη αρχίσει....''
πεντ’ έξη είχαν χύσει*,                                           *ναυτ. απολύσει
τον ηλεκτρολόγο τον υπαίτιο
τον είπανε και ''τέτοιο'',
στα νεύρα τους οι στεριανοί
που μ' ελικόπτερο 'χαν 'ρθει...
ξέρεις, οι γραβατωμένοι
απ' τα γραφεία οι σταλμένοι,
κι έβριζαν αυτοί αράδα:
μ@@@ες βουλιάξατε στη ράδα ?
τα κάνατε όλα σκατά !
πνιγήκατε ρε στα ρηχά ?
όσο γι αυτόν τον κερατά
που εμπιστεύτηκε δουλειά
στον άσχετο ηλεκτρολόγο
σε μας θα δώσει λόγο...

Έξαλλος ο πορτκάπτεν*
πήρε τότε το λόγο
χάμω θα τόνε πατήσω
αυτόν το γυρολόγο
τον Πρώτο* τον μ@@@κα                                   *Μηχανικό
πούστειλε τον ηλεκτρολόγο,
διαβατηριούχο άπειρο,
αντί για τον αρμόδιο,
τη βάρδουλα να κλείσει
μην έχοντας ιδέα
τί ακριβώς έκανε δαύτη",
και πρόσθεσε.... "παρέα
να τσακιστούνε αμέσως,
να φύγουν από το καράβι,
έρχεται ο αρχιμηχανικός
ο ίδιος να παραλάβει".

Σαν κάθισε πια ολόισιο
στο πάτο το βαπόρι !
εγώ, συνέχισε ο ηλεκτρολόγος
κανένα δεν τραβούσα ζόρι,
μήτε όταν τον ''Πρώτο'' σκυλοβρίσανε
κι η καλύτερή μου ήταν που μ' απολύσανε
από αυτό το κωλοκάραβο,
το κάτεργο του κερατά...
πολύ αυτό δεν φάνηκε,
μα λίγο σα να κόμπιασε κει δα.

Τώρα του ηλεκτρολόγου,
τελείως άλλαξε η φωνή,
ψιλόβγαινε, ψιλοακούονταν
άγνωστο το γιατί,
σαν κάτι πως θα πάθει
έμοιαζε να φοβότανε
και να τελειώσει τη διήγηση
να βιάζεται φαινότανε...

Αργότερα φέρανε δύτες,
τάπωσαν κάτι τρύπες,
κλείσανε και τη γριά τη βάνα
που δαύτη για όλα έφταιγε
η παλιοπ@@@@άνα.

Για τα μοτόρια μένει, τούτο να πω,
όταν κατάφεραν κι αντλήσαν το νερό...
όλα τους ήταν καμμένα.....

Τζάμπα λεφτά δοσμένα,
βρίζανε οι εφοπλιστάδες...
παλιομεσίτες μασκαράδες
και υπάλληλοί μας στα γραφεία,
που στέλνουν απ’ τα καφενεία,
διαβατηριούχους άσχετους,
τάχα για οικονομία,
κι άπειρους γεφυρο-μαστόρους
χωρίς βέβαια πτυχία.

Για πες μου κάτι τώρα να χαρείς
που όπως εγώ, κι εσύ θα απορείς,
βρίσκεις λογικό αυτό,
άπειρος διαβατηριούχος
να κουμαντάρει...
της θάλασσας το νερό ??

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2025

ΤΟΤΕ, ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΑΙΩΝΑ (8)


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ
ΣΠΑΣΜΕΝΟΣ ΚΑΒΟΣ



Πριν το Τέλος



"Σπαρκς" σύμφωνα με τους Αμερικανο- Βρετανούς,
λόγω των σπινθήρων των πρώτων ασυρμάτων         
"Φούνκα"* για τους Γερμανο-Αυστριακούς,               
"Μαρκόνης" για τους Ελληνες ,                                     




Το τέλος του ασύρματου
τούτο το νταραβέρι,
αγάπη ήταν τ’ ασήμαντου
φορές γιατί 'χε φέρει
μαντάτα από τη στεριά
στο ναύτη τον χαμένο
χρόνια εκεί στην ξενιτειά
απ' τη ζωή αποκομμένο...

Κάποιος τον σκέφτηκε
και μεσοπέλαγα σ’ επαφή
ήρθε με τον ασύρματο
δεν είχε εντελώς λησμονηθεί,
τουλάχιστον όχι απ' όλους
κι ο ναύτης είχε γιορτή !!

Των ναυτικών γλυκαίνονταν
κείνη η ζωή τους η πικρή
με δαύτη των λίγων λέξεων
γλώσσα, την τηλεγραφική.

Ξήλωμα των ασύρματων*
όπως και του Μαρκόνη,*                         *Ασυρματιστής
που εστελνε το *S.O.S,
ήτοι το "τέλος μας ζυγώνει.*

Για ξεγραμμένους ναυτικούς,
σαν πέσουν σε κυκλώνες
το «εσοές» είναι γι αυτούς,
για ολόκληρο αιωνα,
ένας καλός τους άγγελος,
και "άγιος" o Μαρκόνης,
είσαι η μόνη μας ελπίδα,
εσύ, του λεν, μας σώνεις,"
και στο λεπτό αυτοί ξεχνούν
τα μπινελίκια που θα πουν
όταν θάναι μπουνάτσα,
Κοπρόσκυλο, μπαγάσα
τον λεν’, που είναι αρακτός,
καλοντυμένος, καθαρός
κι όχι μέσα στα λάδια,
βρίζοντας δε και τα καράβια,
τον μακαρίζουν, τον φθονούν,
λεν τζάμπα εισπράττει κι απορούν.

Μα μετανιώνουν σαν ακούν
για μη αναστρέψιμες φθορές
στους ασυρματιστές,
που προκαλούνται απ’ την βοή,
και τάση, πούχει η συσκευή.

Και κάτι ακόμη πιο κουφό
που το διαπίστωσα κι εγώ,
μια ταραχή μεσ’ το μυαλό
απ’ τον μονότονο σκοπό,
του χειριστήριου που κτυπά
κι ως φαίνεται επηρεάζει
το σώμα τους που διαπερνά.

Τους τραυματίζουν για καλά
οι ήχοι μέσα από τ’ αυτιά,
λες χώνονται μέσα στη ψυχή,
κι η επίδρασή τους ορατή.*                    * Ασυνήθιστη συμπεριφορά

Μετά τους ασυρμάτους,
θα σβήσει κι αγάπη άλλη
των ναυτικών σιγά-σιγά,
αγάπη πιο παλιά μεγάλη,
διάβασα στον Καζαμία
πως κάτι γκουγκλ και τζιπιτί
θα φάνε τα ταχυδρομεία,
σκυμμένοι όλοι θάν' σε δαύτα,
μ΄όλο τον κόσμο με αυτά
θα επικοινωνείς στο τσάκα
είτε νύχτα είτε τη μέρα
πα στου υπολογιστή τους χάρτες,
ως την Κίνα και πιο πέρα,
σ' ολάκερες της γης τις "άκρες"

Για κοίτα φίλη-ε μου να δεις
πώς θα μικρύνει ο κόσμος,
σκέπτομαι παρ' όλα αυτά
να παραμείνω, εστω μόνος,
λάτρης του ταχυδρομείου
και του ασύρματου του πλοίου.

Για μένα ήταν... δυό ερωμένες,
και, δεν μπορώ να πω,
με αγαπήσαν οι καημένες,
τότε στη δύσκολη ζωή μου,
ζεσταίναν την ψυχή μου.

Ασύρματος και ταχυδρομεία,
παρηγοριά....στη "φυλακή" μας,
φινίτο....πώς το λένε... πάνε,
φεύγουν κι αυτά μαζί μας.



*Γουλιέλμο Μαρκόνι Ο «πατέρας της εκπομπής ραδιοκυμάτων σε μεγάλη απόσταση» και ο εισηγητής του Νόμου του Μαρκόνι, ο ανήσυχος νους του οποίου χάρισε στην ανθρωπότητα το πρώτο λειτουργικό σύστημα ραδιοτηλεγραφίας. (Νόμπελ Φυσικής το 1909 για την καινοτόμα δουλειά του στην ασύρματη τηλεγραφία. Κέρδισε τον τίτλο ευγενείας του μαρκησίου με τον οποίο τον τίμησε ο βασιλιάς της Ιταλίας...

Αφιερώνεται στον Σπαρκς, το φίλο Καναδό μαρκόνη (ασυρματιστή), που δυστυχώς, βγήκε μόνος του βράδυ, ο επιπολαιο-απρόσεκτος για οινοπνευματοποσία και βρέθηκε μαχαιρωμένος σε ένα ντόκο κάποιου πόρτου του Αμερικάνικου Νότου, λίγο πιο πέρα από το υπό Γερμανική σημαία φορτηγό ST. PATRICK που το 1970 ήμασταν πλήρωμα μαζί, αυτός εγώ και άλλοι τρεις Έλληνες (δυο ανθυποπλοίαρχοι και δύο μηχανικοί) και με όλους τους υπόλοιπους Γερμανούς...
Εγώ παιδί της Κατοχής, αισθανόμουν κάπως περίεργα να μου φέρνει καφέ, να καθαρίζει την καμπίνα μου και να με υπηρετεί ένας "Άριος", που οι προγονοί του ήτανε όπως λέγανε ανώτερης φυλής, και που ίσως εκτέλεσαν κάποιους δικούς μου που κατ' αυτούς ήταν μίας πολύ κατώτερης ράτσας από αυτή των κάποιων πολλών φαντασμένων Γερμανών.





Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2025

ΤΟΤΕ, ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΑΙΩΝΑ (2)


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ
    ΣΠΑΣΜΕΝΟΣ ΚΑΒΟΣ




Σαν Κωπηλάτης σε γαλέρες



εκεί που άφησα κομμάτια της ζωής μου


Ξαναμπήκα νοερά
μέσα στο πλοίο,
να γράψω της ζωής
ετούτο το βιβλίο,
και με βαλίτσα
το μυαλό μου...
θα έλεγες κρυφά
κι από τον εαυτό μου.

Από συνήθεια μου παλιά
κοίταξα προς τα κατάρτια,
και μπερδεμένα είδα,
πάνω εκεί στα ξάρτια
τα παλαβά, τρελά,
και ξεχασμένα όνειρά μου,
που τότε στη νιότη
τη χαμένη τη δικιά μου,
για χρόνια έκανα
μες τα σκοτάδια,
στη δώδεκα-τέσσερις
τη σκυλίσια* βάρδια.                            *Dog watch

Τώρα γιατί γυρίζω πίσω
σε ό,τι πάντοτε μισούσα,
δεν μπορώ να το εξηγήσω
λες κρυφά να τ’ αγαπούσα ?

Αναπάντητη απορία,
λες να έχω κάτι πάθει,
οι πνιγμένες με τα χρόνια
μες της θάλασσας τα βάθη
οι αναμνήσεις οι κακές,
μου το παίζουν ζωντανές
θυμίζοντας την ιστορία μου,
την καταδίκη-τιμωρία μου,
και να μου λεν έφτασε η ώρα,
για τον κακό μου τον καιρό
να διηγηθώ εδώ και τώρα
κι απ' τα δόντια έξω εγώ να πω
για κείνες τις καρικατούρες,
εκείνες τις θλιβερές
των συμφερόντων μούρες....

Στ΄αυτιά μου λες βογκούν
αόρατες τσαμαδούρες,
σ' ομίχλη, στο Ίνγκλις τσάνελ*          *English channel -Μάγχη
και όλο το ξεφτιλισμένο
το ελεεινό το πάνελ
να... φανερώνεται και πάλι,
ξεδιάντροπα μπροστά μου,
κι αισθάνομαι μια μέγκαινη 
να σφίγγει τη καρδιά μου,
για τα παλιά εκείνα,
τα μόνιμα βάσανά μου.

Κάποτε τη συνήθισα αυτή
τη μακροχρόνια καταδίκη
που μου επέβαλε η ζωή
χωρίς βεβαίως δίκη
και υπομονετικά εξέτισα
σαν κωπηλάτης σε γαλέρες
του Μπαρμπαρόσα,
με τυχοδιώκτες, λέρες,
μα, και με ανθρωπιστές,
και με νοικοκυραίους,
με πολλούς δε αλλόθρησκους
Μουσουλμάνους Βουδιστές Εβραίους.

Παρότι μ' έπιανε ναυτία,
πολλές δεκαετίες φύγαν,
κι ενώ τη τύχη μου έβριζα
μ' έκπληξη είδα... κι είδαν,
ότι περιέργως τελικώς
παρά τα όσα υπέφερα
έμεινα, έγινα ναυτικός.

Απίστευτο για μένα ήταν
ότι απέκτησα την εμπειρία
να κουμαντάρω επιδέξια
στα δύσκολα, τα πλοία.

Σε τρικυμίες, όταν καιρός
άρχιζε να μας στριμώγνει,
με παροτρύνανε να πάρω
από τον πηδαλιούχο το τιμόνι.

"Αυτός που εξουδετερώνει"
λέγαν την λύσσα των κυμάτων".
δεν κάνω φίλε τον "Μαγγιώρο"
εκ ναυτών τάμαθα αγραμμάτων
και όχι εκ καθηγητών μου
πολυπτυχιοσπουδαγμένων,
ενίοτε παραθυροδιορισμένων.

Το σίγουρα απίστευτο ήταν
πως καπετάνιος απ' την Κρήτη,
τον κίνδυνο μούμαθε
να εντοπίζω με τη μύτη...

Ξενύχτης από τον τζόγο,
στη γέφυρα είχε ανέβει,
κι εκεί τρελάθηκα με κάτι
παράξενο που συνέβη,
σαπίλα μύρισε ζούγκλας,
χρόνια ταξίδευε στα μέρη αυτά, 
πλησιάζουμε φώναξε, ξυπνάτε,
κάπτεν είπαν, είναι ακόμα μακριά…''


Πού τόξερες Καπτά Μήτσο
ρωτούσαν με ενοχή λίγο μετά,
κάποιες
 οργιές ακόμη και
θάχαμε πέσει στα ρηχά ! ''




















ΤΟΤΕ, ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΑΙΩΝΑ (13)

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ ΣΠΑΣΜΕΝΟΣ ΚΑΒΟΣ Πάνω στην ανεμόσκαλα Κατέβαζε πάγους και παγάκια ο Χάντσον Ρίβερ*, ενώ σκαφάκια,                ...